διαφθείρω

φθείρω / δια|φθείρω ['губить'] 1. уничтожать, истреблять, разорять; 2. подкупать, совращать pf. pass. εφθαρμαι aor. pass. ἐφθάρην

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "διαφθείρω" в других словарях:

  • διαφθείρω — destroy utterly aor subj act 1st sg διαφθείρω destroy utterly pres subj act 1st sg διαφθείρω destroy utterly pres ind act 1st sg διαφθείρω destroy utterly aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφθείρω — διαφθείρω, διέφθειρα βλ. πίν. 217 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαφθείρω — (Α διαφθείρω, Μ και διαφτείρω και διαφτείρνω και διαφτέρνω) 1. (με ηθική ένν.) εξαχρειώνω, βλάπτω, κάνω κάποιον χειρότερο («τα ανήθικα αναγνώσματα διαφθείρουν τα παιδιά») 2. φθείρω με δώρα, δωροδοκώ κάποιον για να μεροληπτήσει («πολλοὺς Ἀθηναίων… …   Dictionary of Greek

  • διαφθείρω — [диафтиро] р. портить, развращать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαφθείρω — διάφθειρα και διέφθειρα, διαφθάρ(θ)ηκα, διαφθαρμένος 1. καταστρέφω κάποιον ηθικά ή πνευματικά, του κάνω κακό: Οι κακές παρέες τον διαφθείρουν. 2. αποπλανώ, ατιμάζω: Τη διέφθειρε και μετά εξαφανίστηκε. 3. δωροδοκώ, εξαγοράζω κάποιον με δώρα:… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαφθείρῃ — διαφθείρω destroy utterly aor subj mid 2nd sg διαφθείρω destroy utterly aor subj act 3rd sg διαφθείρω destroy utterly pres subj mp 2nd sg διαφθείρω destroy utterly pres ind mp 2nd sg διαφθείρω destroy utterly pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφθείρετε — διαφθείρω destroy utterly aor subj act 2nd pl (epic) διαφθείρω destroy utterly pres imperat act 2nd pl διαφθείρω destroy utterly pres ind act 2nd pl διαφθείρω destroy utterly imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφθείρει — διαφθείρω destroy utterly aor subj act 3rd sg (epic) διαφθείρω destroy utterly pres ind mp 2nd sg διαφθείρω destroy utterly pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφθείρομεν — διαφθείρω destroy utterly aor subj act 1st pl (epic) διαφθείρω destroy utterly pres ind act 1st pl διαφθείρω destroy utterly imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφθείρουσι — διαφθείρω destroy utterly aor subj act 3rd pl (epic) διαφθείρω destroy utterly pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διαφθείρω destroy utterly pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφθείρουσιν — διαφθείρω destroy utterly aor subj act 3rd pl (epic) διαφθείρω destroy utterly pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διαφθείρω destroy utterly pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.